ΔΥΟ ΠΟΛΕΙΣ (ΑΡΓΟΣ – ΝΑΥΠΛΙΟ)
Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ 02/06/1899
Μέσα εἰς τὰ ἐσπευσμένα μου τηλεγραφήματα καὶ εἰς τὰς βιαστικάς μου ἀνταποκρίσεις ἔλαβα ἤδη καιρὸν νὰ γράψω τὰς ἐντυπώσεις μου περὶ τῶν δύο πόλεων εἰς τὰς ὁποίας ἐξεσφενδονίσθη ὁ δημοσιογράφος ἕνεκ τῆς κτηνοτροφικῆς ἐκθέσεως. Καὶ μὲ ὀλίγας λέξεις καὶ μὲ συντομίαν ἐπιβεβλημένην ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρόνου καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποστολῆς, ἐξέφρασα ἀπροκαλύπτως τὴν συμπαθῆ ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν κάμνουν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ξένου αἱ δύο αὗται πελοποννησιακαὶ πόλεις, δύο ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας καὶ ἐνδοξοτέρας τοῦ Μωρέως.
᾿Αξίζει τώρα νὰ ἐκτεθοῦν· ἐδῶ ἀναλυτικώτερον αἱ σκέψεις ἑνὸς ξένου, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν βλέπει τὴν πόλιν μὲ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ τὴν ἁπαιτητικότητα ἑνὸς περιηγητοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν παρατηρητικότητα καὶ τὴν καθ᾽ ἔξιν ἄναλυτικότητα τοῦ δημοσιογράφου.
Τὸ Ἄργος.

Εἰς τὸ μέσον τοῦ ᾿Αργολικοῦ πεδίου, μία πόλις ἕνδεκα χιλιάδων κατοίκων, ὑπενθυμίζουσα τὰς ᾿Αθήνας μὲ τὴν σκόνην της, ἀλλ᾿ ἀπομακρυνομένη τῶν ᾿Αθηνῶν κατὰ παρασάγγας εἰς τὸν ἀέρα, εἰς τὸ κλίμα, εἰς τὴν ὑγείαν.
Ἄλλοτε ἦτο μεγαλειτέρα καὶ ἰσχυροτέρα. Ἡ στατιστικὴ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος παρουσιάζει ἐλάττωσιν πληθυσμοῦ. Τοῦτο εἶνε ἀκατανόητον. Γύρω ἀπὸ τὸ ῎Αργος ἁπλοῦνται ἀγροὶ κατάλληλοι διὰ σπορὰν παντὸς προϊόντος. Καὶ σπείρονται οἱ ἀγροὶ αὐτοὶ καὶ ὅμως ὁ πληθυσμὸς ἐλαττοῦται ἀντὶ ν᾿ αὐξάνῃ.
Ζωντανὴ ὅμως εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ἐπισκέπτου ὅλη ἡ ἱστορία τῆς πόλεως ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων. Ἐδῶ ὑψοῦται ἀκόμη απομεμονωμένον τὸ ἓν τεῖχος τοῦ ἀρχαίου θεάτρου, τοῦ περιλαμβάνοντος εἴκοσι χιλιάδας θεατῶν. Πάρα κάτω διακρίνονται αἱ βάσεις τοῦ περιφήμου ναοῦ Ἡραίου, ναοῦ τῆς Ήρας τῆς ᾿Αργείας. Τὴν πόλιν σκιάζει ἀκόμη ἡ ὑψικόρυφος Λάρισσα μὲ τὸ φρούριον, τὸ ἐν ἀπὸ τὰ τέσσαρα φρούρια τοῦ Μωρέως, τὸ θεωρούμενον ἀπόρθητον καὶ τὸ ὁποῖον ἐξεπόρθησε Γουλιέλμος ὁ Σαμπλίτης.
Εἰς τοὺς πρόποδας τῆς Λαρίσσης ἰδοὺ ὁ χῶρος ὅπου συνῆλθεν ἡ ἐν ῎Αργει ἐθνοσυνέλευσις, ἀπέναντι ἡ ἱστορικὴ οἰκία τοῦ Καλλέργη, ἡ τόσον ρόλον παίξασα εἰς τὰ ναυπλιακὰ, καὶ ὀλίγον κατωτέρω νὰ τὸ σπίτι ὅπου κατά τινα ἔκδοσιν ἐγεννήθη ὁ Τρικούπης.

Καὶ ἀπέναντι τοῦ ᾿Αργους ἐν ἀπόπτῳ διακρίνεται τὸ Ναύπλιον.
Αἱ δύο πόλεις φαίνεται ὅτι ζηλεύονται τρομερά.
Εἰς τὸ Ἄργος μᾶς ἀπεχαιρέτων λέγοντες. – Νὰ ἰδοῦμε πῶς θὰ σᾶς φανῇ τὸ Ναύπλιον.
Εἰς τὸ Ναύπλιον μᾶς ὑποδέχονται λέγοντες:
– Πῶς σᾶς ἐφάνη τὸ “Αργος ; Τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι κάθε μία ἀπὸ τὰς πόλεις αὐτὰς ἔχει τὸ ἰδικὸν της θέλγητρον.
Ἂν τὸ Ἄργος, τὸ ἀναπεπταμένον καὶ εὐήλιον καὶ εὐάερον, παρουσιάζῃ τὴν ὄψιν μιᾶς τῶν γυναικῶν του μὲ τὰ κόκκινα μάγουλα καὶ τὰ ζωηρὰ μάτια καὶ τὴν σφριγῶσαν μορφὴν, τὸ Ναύπλιον μὲ τοὺς στενούς του δρόμους τοὺς γραφικούς του λόφους, τὰ εὐήλια καὶ ὑψηλὰ καὶ περίεργα οἰκοδομήματά του, ἔχει κάποιον λεπτὸν καὶ εὐαίσθητον τύπον, ὁ ὁποῖος ἑλκύει τὴν συμπάθειαν.
Καὶ δι᾿ αὐτὸ ἂν ἐπρόκειτο κανεὶς νὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν δύο πόλεων θὰ ἐπάθαινεν ὅ,τι ἔπαθεν ὁ ἱππότης Δυβρενουὴ τοῦ Δουμᾶ, ὁ ὁποῖος, κληθεὶς νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν δύο θυγατέρων τοῦ αὐθέντου Κάρλου τῆς Σερναγόρας, τῆς εὐτραφοῦς καὶ εὐχρώμου Ἰδελγόνδας καὶ τῆς αβρᾶς καὶ εὐαισθήτου Σιγισμόνδης,…. ἔμεινεν ἄγαμος.
Κάποιος ὠνόμασε τὸ Ναύπλιον λεύκωμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραψαν ὅλαι αἱ ἐποχαί.
Καὶ εἶνε ἀκριβεστάτη αὐτὴ ἡ ὀνομασία.
᾿Ακόμη πρὶν εἰσέλθῃ κανεὶς εἰς τὴν πόλιν, βλέπει τὰ Κυκλώπεια τείχη, τὰ λείψανα τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς.
Νὰ ὕστερα οἱ φραγκικοὶ πύργοι καὶ οἱ βενετικοὶ λέοντες καὶ τὰ τουρκικὰ τεμένη.
Ἰδοὺ ἀκόμη τὸ ἀκεραιότερον μεσαιωνικόν λείψανον μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, τὸ Μπούρτζι, εὐάερον ἀπομονωτήριον τοῦ δημίου ᾿Αμοιραδάκη.
Καὶ ἔπειτα ἡ πρώτη ἑλληνικὴ Βουλή, τὸ Βουλευτικὸν, τὸ μέγαρον τοῦ Καποδιστρίου καὶ τοῦ Ὄθωνος, ὁ ναὸς τοῦ ᾿Αγίου Σπυρίδωνος, ὅπου ἐδολοφονήθη ὁ Κυβερνήτης, ἡ οἰκία τῆς Παπαλεξοπούλου, ἡ πέτρα ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁ ᾿Αρτέμιος Μίχου ἐκήρυξε τὴν ναυπλιακὴν στάσιν.
Αρκοῦν αἱ ὀλίγαι αὐταὶ γραμμαὶ νὰ δείξουν τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον παρέχουν αἱ δύο αὐταὶ ἐπαρχιακαὶ πόλεις.
Ἄλλοτε θὰ ὁμιλήσω διὰ τὴν κοινωνίαν των, κοινωνίαν ἀξίαν πάσης συμπαθείας καὶ πάσης ἐκτιμήσεως.
Απόμαχος